Η Κατοχή της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1941 και ήταν αποτέλεσμα της γερμανικής εισβολής. Η κατοχή τερματίστηκε με την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από την Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1944. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην Κρήτη ή σε άλλα νησιά, γερμανικές φρουρές παρέμειναν μέχρι το Μάιο και τον Ιούνιο του 1945.
Η Φασιστική Ιταλία επιτέθηκε στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1940, αλλά ηττήθηκε και οπισθοχώρησε, υπό την πίεση του ελληνικού στρατού, στο εσωτερικό της Αλβανίας. Ακολούθησε, τον Απρίλιο του 1941, η γερμανική εισβολή. Μέχρι τα τέλη Μαΐου του 1941 οι Γερμανοί είχαν υποτάξει το σύνολο της χώρας. Οι ίδιοι διατήρησαν υπό τον έλεγχο τους τις σημαντικότερες στρατηγικά περιοχές της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ενώ η υπόλοιπη χώρα μοιράστηκε σε ζώνες ελέγχου των συμμαχικών προς τη Γερμανία χωρών, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Παράλληλα τοποθετήθηκε στην Ελλάδα κατοχική κυβέρνηση, που συγκροτήθηκε από Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών.
Η κατοχή επέφερε τεράστια δεινά στον ελληνικό λαό και προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές. Οι ανθρώπινες απώλειες της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου υπολογίζονται μεταξύ 300.000 και 770.000 αμάχων και 20.000 έως 35.000 στρατιωτών. Ανυπολόγιστες υπήρξαν και οι υλικές καταστροφές, που οδήγησαν σε πλήρη κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας.
Την ίδια στιγμή αναπτύχθηκε η ελληνική αντίσταση μέσα από αντιστασιακές ομάδες που πραγματοποίησαν επιχειρήσεις κατά των δυνάμεων κατοχής και των ταγμάτων ασφαλείας ενώ παράλληλα ανέπτυξαν δίκτυο κατασκόπων. Από τα τέλη του 1943 άρχισαν να συγκρούονται μεταξύ τους. Όταν η Ελλάδα απελευθερώθηκε, τον Οκτώβριο του 1944, υπήρχε κλίμα ακραίας πολιτικής πόλωσης που σύντομα οδήγησε στο ξέσπασμα του εμφυλίου. Η κρίση που ακολούθησε, με το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου, έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς συνεργάτες των Ναζί όχι μόνο να ξεφύγουν από την τιμωρία αλλά και να αποτελέσουν τελικά την άρχουσα τάξη της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Από τον Ιούλιο του 1940 οι Ιταλοί, με μία σειρά προκλητικών ενεργειών, επεδίωκαν την πολεμική σύγκρουση με την Ελλάδα, με στόχο να υλοποιήσουν τα επεκτατικά τους σχέδια στην περιοχή. Στις 12 Ιουλίου 1940, βομβάρδισαν το ελληνικό αντιτορπιλικό Ύδρα στα ανοιχτά της Γραμβούσας. Ακολούθησε τέσσερις μέρες μετά βομβαρδισμός ελληνικών υποβρυχίων που βρίσκονταν στον κόλπο της Ιτέας και στα τέλη του Ιουλίου βομβαρδίστηκαν τα αντιτορπιλικά Βασιλεύς Γεώργιος και Βασίλισσα Όλγα. Αποκορύφωμα των ιταλικών προκλητικών ενεργειών ήταν ο τορπιλισμός του καταδρομικού Έλλη, στις 15 Αυγούστου του 1940, κατά τον εορτασμό του Δεκαπενταύγουστου. Το πλοίο, που βρισκόταν στο λιμάνι της Τήνου, δέχτηκε τρεις τορπίλες από ιταλικό υποβρύχιο, από τις οποίες μία βρήκε στόχο προκαλώντας έκρηξη, που οδήγησε στη βύθιση του. Από την επίθεση υπήρξαν 9 νεκροί και 29 τραυματίες. Αν και η ταυτότητα του υποβρυχίου έγινε γνωστή από τα θραύσματα των τορπιλών του, η κυβέρνηση Μεταξά απέκρυψε το γεγονός σε μία προσπάθεια να αποφύγει την εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο, κάτι που όμως δεν άργησε να συμβεί.
Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου, ο Ιταλός πρέσβης στην Ελλάδα, Εμμανουέλε Γκράτσι, παρέδωσε ένα τελεσίγραφο της ιταλικής κυβέρνησης στον Πρωθυπουργό της Ελλάδας, Ιωάννη Μεταξά. Με το τελεσίγραφο η Ιταλία αξίωνε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο, προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία της Ελλάδας, για ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του κατά τη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική. Ο Μεταξάς απέρριψε το τελεσίγραφο και λίγες ώρες μετά, ιταλικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Ελλάδα από την ιταλοκρατούμενη Αλβανία. (Η επέτειος της απόρριψης του ιταλικού τελεσίγραφου και της έκρηξης του πολέμου είναι σήμερα εθνική εορτή στην Ελλάδα). Μετά την αιφνιδιαστική ιταλική επίθεση ο ελληνικός στρατός κατάφερε να αμυνθεί επιτυχώς αποδεικνύοντας πως αποτελεί υπολογίσιμο αντίπαλο.
Οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να εκμεταλλευτούν επιτυχώς το ορεινό έδαφος της Ηπείρου και στη συνέχεια κατάφεραν να εξαπολύσουν αντεπίθεση οδηγώντας τον ιταλικό στρατό σε οπισθοχώρηση. Μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου, οι Έλληνες έλεγχαν σχεδόν το ¼ της Αλβανίας. Το Μάρτιο του 1941, οι Ιταλοί, με ενισχυμένες δυνάμεις, πραγματοποίησαν νέα επίθεση στο Αλβανικό μέτωπο (Ιταλική Εαρινή Επίθεση), που απέτυχε ξανά. Η ελληνική νίκη απέναντι στις ιταλικές δυνάμεις αποτέλεσε την πρώτη νίκη συμμαχικών δυνάμεων απέναντι σε δυνάμεις του άξονα από το ξέσπασμα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.
Τον Απρίλιο του 1941 πραγματοποίησε επίθεση η Ναζιστική Γερμανία. Από τις 13 Δεκεμβρίου 1940 η Γερμανία είχε καταρτίσει σχέδιο εισβολής στην Ελλάδα με την κωδική ονομασία Επιχείρηση Μαρίτα, θεωρώντας πως ο έλεγχος της περιοχής ήταν βασική προϋπόθεση για την επιτυχία της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα. Στις 27 Μαρτίου 1941, μία μέρα μετά το βρετανικό πραξικόπημα στο Βελιγράδι, το σχέδιο τροποποιήθηκε ώστε να περιλαμβάνει και την κατάληψη της Γιουγκοσλαβίας.
Τα ξημερώματα της 6ης Απριλίου 1941, ο Γερμανός πρέσβης, Βίκτορ Έρμπαχ, επέδωσε στον Πρωθυπουργό της Ελλάδας, Αλέξανδρο Κορυζή, τελεσίγραφο για την επικείμενη γερμανική επίθεση. Πριν ακόμα παραδοθεί το τελεσίγραφο, οι γερμανικές δυνάμεις πραγματοποιούσαν επίθεση κατά μήκος της Γραμμής Μεταξά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.
Παράλληλα, η γερμανική αεροπορία βομβάρδιζε θέσεις στο εσωτερικό της χώρας, με πιο καταστροφικό τον βομβαρδισμό του Πειραιά, στις 7 Απριλίου του 1941. Η Γερμανία, ταυτόχρονα με την Ελλάδα, εισέβαλε στη Γιουγκοσλαβία από τη Βουλγαρία. Ενώ τα ελληνικά οχυρά άντεχαν στις γερμανικές επιθέσεις, η γρήγορη κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας έδωσε τη δυνατότητα στους Γερμανούς να τα παρακάμψουν και να εισέλθουν στο ελληνικό έδαφος από τα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα μέσω της κοιλάδας του Αξιού. Στις 9 Απριλίου οι Γερμανοί εισήλθαν στη Θεσσαλονίκη και λίγο μετά ακολούθησε συνθηκολόγηση του τμήματος στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας. Στη συνέχεια οι Γερμανοί προέλασαν στο εσωτερικό της χώρας. Εισήλθαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου και ολοκλήρωσαν την κατάληψη του συνόλου της Ελλάδας την 1η Ιουνίου 1941, μετά την κατάληψη της Κρήτης. Ήδη από τις 20 Απριλίου 1941 είχε συνθηκολογήσει στο Μέτσοβο και το τμήμα της στρατιάς Ηπείρου.
Η κατεχόμενη Ελλάδα διαιρέθηκε ανάμεσα σε γερμανική, ιταλική και βουλγαρική ζώνη ελέγχου. Οι γερμανικές δυνάμεις διατήρησαν στον έλεγχό τους τις σημαντικότερες στρατηγικά περιοχές, στις οποίες περιλαμβάνονταν η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, η Κεντρική Μακεδονία και ορισμένα νησιά του Αιγαίου, καθώς και η Κρήτη. Η Βουλγαρία προσάρτησε την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη με εξαίρεση το μεγαλύτερο τμήμα του Έβρου, που παρέμεινε υπό γερμανικό έλεγχο. Οι υπόλοιπες περιοχές, που αντιστοιχούν στα 2/3 των εδαφών της Ελλάδας, πέρασαν στον έλεγχο της Ιταλίας, ενώ τα Ιόνια νησιά προσαρτήθηκαν επίσημα στο Ιταλικό κράτος. Μετά την ανακωχή της Ιταλίας τον Σεπτέμβριο του 1943, οι ιταλοκρατούμενες περιοχές πέρασαν στον έλεγχο της Γερμανίας.


