Ο γ.γ. της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας, μίλησε απόψε (20/3) σε εκδήλωση με θέμα: «Με το ΚΚΕ για το πραγματικά νέο και καινοτόμο στην επιστήμη και την έρευνα».
Στην αρχή της τοποθέτησής του, αναφερόμενος στην τραγωδία στα Τέμπη, επισήμανε ότι το ΚΚΕ μιλάει για προδιαγεγραμμένο έγκλημα γιατί «γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι θα συμβεί, όσο η ανθρώπινη ζωή και ασφάλεια μπαίνει στη ζυγαριά του κόστους – οφέλους για τον κάθε επενδυτή και για το κράτος των επενδυτών. Αυτή την κατάσταση διαμόρφωσαν και στους σιδηρόδρομους η σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ και όλες οι προηγούμενες του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ.
Όσο τα σύγχρονα μέσα ασφαλείας, που αναπτύσσονται με την κοπιαστική δουλειά τη δική σας και των συναδέλφων σας, αντιμετωπίζονται σε όλη τη χώρα και σε όλον τον κόσμο από τους επενδυτές σαν ένα επιπλέον έξοδο που μάλιστα δεν φέρνει συνήθως άμεσα οικονομικά οφέλη».
Εξέφρασε τον φόβο του ότι θα υπάρξουν «κι άλλα τέτοια εγκλήματα στο μέλλον, τα οποία σήμερα -αλλά και καιρό πριν- προδιαγράφονται. Αρκεί να κοιτάξει κανείς την κατάσταση στην αντισεισμική θωράκιση σχολείων και κτηρίων, την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα πλοία που εκτελούν τα ακτοπλοϊκά δρομολόγια, την έλλειψη αντιπλημμυρικών έργων και ας το έχουμε πληρώσει τόσες και τόσες φορές, την έλλειψη προληπτικών μέτρων για την πιθανότητα ενός Βιομηχανικού Ατυχήματος Μεγάλης Έκτασης σε βιομηχανικές περιοχές και πάει λέγοντας».
Παρ’ όλα αυτά δήλωσε ότι στο ΚΚΕ είναι αισιόδοξοι πως «αυτή η κατάσταση μπορεί να αλλάξει και θα αλλάξει και ο μόνος τρόπος να συμβεί αυτό, είναι να συνεχιστεί, να μαζικοποιηθεί κι άλλο, να αποκτήσει ακόμα πιο ριζοσπαστικούς στόχους ο ελπιδοφόρος αγώνας των εργαζομένων και ιδιαίτερα της νεολαίας, των μαθητών, των φοιτητών σε όλη τη χώρα.
Όλων αυτών των ανθρώπων που έκαναν τη θλίψη και την οργή διάθεση για να αλλάξει επιτέλους κάτι. Όλων αυτών που απέργησαν, έκλεισαν σχολεία και σχολές, αψήφησαν την τρομοκρατία, την καταστολή και όσους λένε λίγο πολύ ότι έτσι ενισχύεται η ακροδεξιά -αν είναι δυνατόν- και ξεχύθηκαν στους δρόμους βροντοφωνάζοντας “ή τα κέρδη τους ή η ζωές μας”».
Ο κύριος Κουτσούμπας ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως «οι εξελίξεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και στην έρευνα, ακολουθούν πιστά τη στρατηγική της ΕΕ για τον Ενιαίο Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας ή της συνθήκης της Μπολόνια. […] η εξέλιξη σχετίζεται άμεσα με την εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης και της έρευνας, ώστε τα πανεπιστημιακά κι ερευνητικά ιδρύματα να παράγουν εμπορική αξία σε άμεση σύνδεση με τις επιχειρήσεις. Σχετίζεται επίσης και με την αποσύνδεση πτυχίου-επαγγέλματος, ώστε να εξυπηρετηθούν οι 4 αρχές του Μάαστριχτ και να “απελευθερωθούν” από τα δεσμά της πρόσβασης στο επάγγελμα με σταθερές σχέσεις εργασίας, οι μελλοντικοί απόφοιτοι στο όνομα της ευελιξίας, της δια βίου μάθησης και περιπλάνησης».
Πρόσθεσε πως «η πρόσφατη έκθεση της ΕΘΑΑΕ (Εθνικής Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης) ήταν αποκαλυπτική: η επίσημη ανεργία στους νέους πτυχιούχους είναι 17%, μεγαλύτερη από ό,τι στον γενικό πληθυσμό, και η μεγαλύτερη στην ΕΕ. Αυτή την εγγενή αστοχία του συστήματος, οι απολογητές του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, την έχουν βαφτίσει «χάσμα δεξιοτήτων». Με αυτόν τον καινοφανή όρο, επιχειρούν να χρεώσουν τα σπασμένα, στις (ατομικές) επιλογές των φοιτητών και στη λειτουργία των πανεπιστημίων. Κρύβουν ότι σ’ αυτό το σύστημα ποτέ δεν θα υπάρχουν κατάλληλες δουλειές για όλους».
Αναφερόμενος στις εφαρμοζόμενες πολιτικές και τον αντίκτυπό τους σε καθηγητές και ερευνητές, ανάμεσα σε άλλα, είπε: «Πολλές ώρες δουλειάς, συχνά δυσανάλογο ή απογοητευτικό αποτέλεσμα. Ανταγωνισμός και τοξικό κλίμα μεταξύ συναδέλφων, κατηγοριοποίηση και διακρίσεις με κριτήριο το “ποιος φέρνει χρήμα στο μαγαζί”, ειδικότητες προνομιούχες, π.χ. όσες είναι εξ αντικειμένου κοντά στην αγορά… Και φτωχοί συγγενείς, όπως είναι οι ανθρωπιστικές επιστήμες, για τις οποίες αναζητείται επίσης ρόλος στα πλαίσια της αγοράς. Για την ώρα, φαίνεται ότι προκρίνεται η ψηφιοποίηση στο όνομα μιας επίπλαστης διεπιστημονικότητας!
[…] Οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων σε κάθε χώρο, αλλά και στην επιστημονική έρευνα, επιβεβαιώνουν ότι το “φάρμακο” που χρησιμοποιείται για ένα πρόβλημα γίνεται “δηλητήριο” για κάποιο άλλο, αποδεικνύοντας ότι καμία πρόταση αστικής διαχείρισης, δεν μπορεί να ακυρώσει τις νομοτέλειες και τις αντιθέσεις του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης, που σε κάθε ενδεχόμενο τις πληρώνουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι».

