Η Μαρία Κάλλας ήταν κορυφαία Ελληνίδα υψίφωνος του 20ού αιώνα. Η φωνητική τέχνη της και οι ιδιάζουσες υποκριτικές της ικανότητες έχουν επαινεθεί από πλήθος κριτικών. Το ρεπερτόριό της εκτεινόταν από την κλασική όπερα σέρια και τα μπελ κάντο έργα των Ντονιτσέτι, Μπελίνι και Ροσίνι, φθάνοντας ως τη μεταγενέστερη όπερα των Βέρντι και Πουτσίνι. Επιπλέον, στην αυγή της καριέρας της ερμήνευσε μελοδράματα του Βάγκνερ. Τιμώντας τη μουσική και δραματική τέχνη της, το οπερατικό κοινό την αγάπησε και έτσι χαρακτήρισε την Κάλλας La Divina («Η Θεϊκή»).
Γεννήθηκε στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης από Έλληνες μετανάστες στην Αμερική στις 2 Δεκεμβρίου του 1923. Έλαβε τη μουσική της εκπαίδευση στην Ελλάδα σε ηλικία δεκατριών ετών και έπειτα εδραιώθηκε στο οπερατικό στερέωμα στην Ιταλία. Περνώντας από τα δεινά του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και αντιμετωπίζοντας μυωπία υψηλού βαθμού που την άφησε σχεδόν τυφλή επί σκηνής, κατάφερε να διακριθεί ξεπερνώντας πλήθος εμποδίων, μεταξύ των οποίων και τη σκανδαλοθηρία του τύπου, που συχνά την αντιμετώπιζε δυσμενώς. Στα μισά της καριέρας της μια αισθητική αλλαγή, η σημαντική απώλεια βάρους της, καθόρισε τη μετέπειτα σκηνική της παρουσία.
Η Μαρία Κάλλας έγινε γνωστή στο γενικό κοινό κυρίως μέσα από τις αναφορές του τύπου στα αμφιλεγόμενα γεγονότα της επαγγελματικής της συμπεριφοράς και της προσωπικής της ζωής. Ωστόσο, η καλλιτεχνική της πορεία αποτελεί τη βασική υστεροφημία της, δεκάδες χρόνια μετά τον θάνατο της παραμένει κορυφαίο παράδειγμα «απόλυτης πριμαντόνας» (prima donna assoluta) και συνιστά μία εκ των πλέον εμπορικώς επιτυχημένων καλλιτεχνών της όπερας. Πέθανε από καρδιακή προσβολή στο διαμέρισμά της στο Παρίσι στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, σε ηλικία 53 ετών.
Η φωνή της Κάλλας ήταν και παραμένει αμφιλεγόμενη· λόγω της έντονης και χαρακτηριστικής χροιάς της, απέκτησε φανατικούς οπαδούς αλλά και επικριτές. Κατά τον παραγωγό κλασικής μουσικής Χάρι Γουόλτερ Λεγκ, η Κάλλας κατείχε το πλέον βασικό χαρακτηριστικό ενός σπουδαίου τραγουδιστή, μια άμεσα αναγνωρίσιμη φωνή. Εμπλουτίζοντας την κρίση αυτή, ο Ιταλός μουσικολόγος και κριτικός Ροντόλφο Τσελέτι εξέφρασε την άποψη ότι «το ηχόχρωμα της Κάλλας, θεωρούμενο καθαρά ως ήχος, ήταν σχεδόν άσχημο· ένας λεπτός ήχος, που έδινε την αίσθηση ξηρότητας, ανυδρίας. Του έλειπαν εκείνα τα στοιχεία που στην ορολογία της ωδικής περιγράφονται ως απαλότητα και λάμψη» τονίζοντας ότι «ένα μέρος της γοητείας της φωνής της οφειλόταν ακριβώς σε αυτό το γεγονός» επειδή «παρά τα φυσικά της ελαττώματα όπως η έλλειψη απαλότητας, λάμψης, διαστρωμάτωσης, αυτή η φωνή μπορούσε να λάβει χαρακτηριστικά χρώματα και χροιές. Εν συντομία, άπαξ και ακουστεί αυτή η φωνή, αναγνωρίζεται αμέσως ανάμεσα σε όλες τις άλλες». Κατά τον Αντονίνο Βότο, η Κάλλας ήταν «η τελευταία μεγάλη καλλιτέχνιδα», καθώς αφενός η αίσθηση της μουσικής που κατείχε ήταν τέτοια που της επέτρεπε να τραγουδά στα 50 μέτρα από το πόντιουμ όντας σχεδόν τυφλή, ενώ αφετέρου οι υποκριτικές και κινησιολογικές ικανότητές της την καθιστούσαν ένα «αισθητικό φαινόμενο».