Ιδιαίτερες συνθήκες διακυβέρνησης αναμένεται να αντιμετωπίσουμε την άνοιξη και συγκεκριμένα, από την διάλυση της Βουλής έως τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης.
Και αυτό διότι η χώρα θα πορευτεί, εν μέσω γεωπολιτικής κρίσης και απειλών από το καθεστώς Ερντογάν, με υπηρεσιακή κυβέρνηση για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.
Οι παλαιότεροι μπορεί να θυμούνται την πολιτική αστάθεια και τις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις στα τέλη της δεκαετίας του 1980, αρχές της δεκαετίας του 1990, αλλά τότε δεν υπήρχε η γεωπολιτική «καταιγίδα» που επικρατεί σήμερα, ειδικά μετά την ρωσική επίθεση στην Ουκρανία.
Επίσης, τότε οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονταν σε ύφεση, μετά την κλιμάκωση που σημειώθηκε το 1987 στο Αιγαίο και την αποφασιστική παρέμβαση του αείμνηστου Ανδρέα Παπανδρέου.
Οι συνθήκες σήμερα είναι εντελώς διαφορετικές, με τον Ταγίπ Ερντογάν να απειλεί ευθέως την Ελλάδα με πόλεμο και να αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και την Κρήτη.
Επομένως, πολιτικοί και στρατιωτικοί αναλυτές, επισημαίνουν εύλογα ότι η χώρα θα πρέπει να «θωρακισθεί» πολιτικά το χρονικό διάστημα που θα πραγματοποιηθούν οι διπλές εκλογικές αναμετρήσεις και να μην μείνει ακυβέρνητη.
Στο πλαίσιο αυτό μπαίνει στον δημόσιο διάλογο η πρόταση να παραμείνουν στις θέσεις τους, τόσο ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας, όσο και ο υπουργός Άμυνας, Νίκος Παναγιωτόπουλος, προκειμένου η χώρα να μπορεί να αντιμετωπίσει κάποια έκτακτη κατάσταση.
Την συγκεκριμένη πολιτική πρόταση δημοσιοποίησε ο υπουργός Εσωτερικών, Μάκης Βορίδης, μιλώντας στην ΕΡΤ.
Όπως τόνισε χαρακτηριστικά ο υπουργός Εσωτερικών «επειδή πράγματι είναι σε μεγάλη έξαρση η τουρκική προκλητικότητα και επιθετικότητα, θεωρώ ότι δεν θα δημιουργηθεί οποιοδήποτε πολιτικό ζήτημα εάν παρέμεναν στη θέση τους ο Νίκος Δένδιας και Νίκος Παναγιωτόπουλος, δηλαδή οι άνθρωποι που χειρίζονται τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής και της Εθνικής Άμυνας και εξασφαλίζουν τη συνέχεια και τη δυνατότητα πολιτικών αποφάσεων».
Αναφορικά με τα συνταγματικά χρονικά περιθώρια για τις εκλογές και την διάλυση της Βουλής, ο νόμος ορίζει ότι απαιτούνται κατ’ ελάχιστον 21 ημέρες από τη διάλυση της Βουλής μέχρι τις κάλπες, με το απώτερο σημείο τις 30 ημέρες.
Σχετικά με τις διερευνητικές εντολές, το κάθε κόμμα θα έχει στη διάθεσή του τρεις ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση.
Η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης θα δοθεί στα τρία πρώτα κόμματα που θα προκύψουν από την πρώτη εκλογική αναμέτρηση, εφόσον δεν υπάρξει αυτοδυναμία κάποιου κόμματος.
Επομένως, θα απαιτηθούν 10 ημέρες συνολικά, για τη διενέργεια των διερευνητικών επαφών.
Εάν δεν προκύψει σχηματισμός κυβέρνησης, τότε θα προκηρυχθούν επαναληπτικές εκλογές.
«Πολλοί αθροίζουν τις τρεις ημέρες των διερευνητικών που έχουν στη διάθεσή τους τα τρία πρώτα κόμματα. Αυτό μας κάνει ένα μέγιστο 10 ημερών. Το θέμα μας όμως είναι το άνοιγμα και το κλείσιμο της Βουλής. Δεν αρκούν τα αποτελέσματα της Singular, αλλά τα επίσημα αποτελέσματα από το Πρωτοδικείο, κάτι το οποίο απαιτεί τουλάχιστον δέκα ημέρες. Μέσα στις 10 αυτές ημέρες, πρέπει να γίνει ορκωμοσία της Βουλής που θα έχει προκύψει από την απλή αναλογική, να ακολουθήσει δεύτερη συνεδρίαση για εκλογή προέδρου της Βουλής, και τρίτη συνεδρίαση για εκλογή αντιπροέδρων, κοσμητόρων, γραμματέων. Αφού ολοκληρωθεί όλη αυτή η διαδικασία, τότε διαπιστώνεται η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης. Υπολογίστε λοιπόν 15 ημέρες για να διαλυθεί η Βουλή, κάτι που σημαίνει συνολικά 57 ημέρες. Θέλουμε δύο μήνες, δηλαδή, από τη χρονική στιγμή της διάλυσης της Βουλής», υπογράμμισε χαρακτηριστικά ο κ. Βορίδης, αναφερόμενος στην διαδικασία που θα ακολουθηθεί και τον χρόνο που θα απαιτηθεί προκειμένου να διεξαχθούν οι διπλές εκλογές.
Να σημειωθεί ότι εάν και στην δεύτερη εκλογική αναμέτρηση δεν υπάρξει αυτοδυναμία κάποιου κόμματος και δεν σχηματισθεί κυβέρνηση συνεργασίας, θα «βαδίσουμε» προς τρίτη εκλογική αναμέτρηση, με ότι αυτό συνεπάγεται για την οικονομία και την σταθερότητα της χώρας.